Το λεξικό της Ασφάλισης
Close

Συγχαρητήρια, μόλις κερδίσατε έκπτωση 5% !! Συμπληρώστε τα στοιχεία σας και Θα σας καλέσουμε στο τηλέφωνο
για να λάβετε την έκπτωσή σας!

Το ονοματεπώνυμό σας (απαραίτητο)

Το τηλέφωνό σας (απαραίτητο)

Πληκτρολογήστε παρακάτω τα εξής γράμματα: captcha

Το λεξικό της Ασφάλισης

lexiko

Α

Ακύρωση:

Η παύση ισχύος ενός συμβολαίου κατόπιν ειδοποίησης από τον ασφαλιστή ή με κοινή συναίνεση ασφαλιστή κι ασφαλισμένου. Επίσης, η παύση ισχύος ενός συμβολαίου κατόπιν έγγραφης αίτησης του ασφαλισμένου ή μη τήρησης των υποχρεώσεων του.

Αναλογικός Όρος:

Ο αναλογικός όρος ισχύει στις αποζημιώσεις, στις περιπτώσεις αυτές που οι ασφαλιζόμενες αξίες περιουσιακών στοιχείων δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές. Αν π.χ. ασφαλίζεται ένα ακίνητο για το 70% της αξίας του (είναι δηλαδή υπασφαλισμένο), τότε σε περίπτωση ζημιάς θα αποζημιωθεί αναλογικά, δηλαδή για το 70% της ζημιάς που υπέστη.

Ανανέωση:

Αναφέρεται στη συνέχιση μιας ασφάλισης μετά τη λήξη συγκεκριμένης περιόδου.

Αναγγελία ζημιάς:

Η ενημέρωση που λαμβάνει ο ασφαλιστής από τον ασφαλισμένο σε περίπτωση επελεύσεως ενός κινδύνου, ώστε νε εξεταστεί κατά πόσο καλύπτεται ο εν λόγω κίνδυνος από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Ανάληψη κινδύνου:

Η αποδοχή ασφάλισης ενός κινδύνου.

Αναλογιστής:

Θεωρείται ο επαγγελματίας πού έχει εκτενή εκπαίδευση στα μαθηματικά των ασφαλίσεων και είναι ικανός να υπολογίζει αξίες, αποθέματα, μερίσματα και στατιστικές πιθανότητες για μελλοντικούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους.

Αναλογιστικός υπολογισμός μελλοντικών ζημιών (IBNR):

Αναφέρετε στις ασφαλισμένες ζημιές που έχουν συμβεί αλλά δεν έχουν αναγγελθεί στην ασφαλιστική εταιρία. Ο ασφαλιστής για αυτό το λόγω πρέπει με βάση την εμπειρία και γνώση του να υπολογίσει το μέγεθος αυτού του τύπου ζημιών και να προβλέψει τη δημιουργία ενός επαρκούς αποθεματικού, ώστε να μπορεί η εταιρία να γνωρίζει την καθαρή της θέση και να σχεδιάζει την μελλοντική της στρατηγική.

Αντασφάλιση:

Πρόκειται, για την μεταβίβαση μέρους του κινδύνου που αναλαμβάνουν οι ασφαλιστικές εταιρείες σε άλλες εταιρείες, τις λεγόμενες αντασφαλιστικές, με σκοπό τον περιορισμό της έκθεσης τους σε κινδύνους που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις προοπτικές τους σε περίπτωση επελεύσεως ενός μεγάλου ή καταστροφικού περιστατικού. Πρακτικά, η αντασφάλιση είναι η ασφάλιση της ασφάλισης.

Αντικατάσταση:

Αναφέρεται στην περίπτωση που η ασφαλιστική εταιρεία συμφωνεί να αντικαταστήσει κατεστραμμένα ή κλεμμένα αντικείμενα με νέα αντικείμενα ανάλογης κατασκευής, προδιαγραφών και ποιότητας (σαν αποζημίωση), αντί να πληρώσει σε μετρητά, ύστερα από την επέλευση ενός ασφαλιζόμενου κινδύνου.

Απαίτηση:

Είναι η αξίωση του λήπτη της ασφάλισης από την ασφαλιστική εταιρεία για καταβολή αποζημίωσης (είτε χρηματικής είτε αντικατάσταση σε είδος, αναλόγως τι έχει προβλεφθεί στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο) εξαιτίας επελεύσεως ενός ζημιογόνου περιστατικού που καλύπτεται (και δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του συμβολαίου) από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Απαλλαγή:

Είναι το ποσό εκείνο που θα κληθεί να καταβάλλει ο ίδιος ο ασφαλισμένος σε περίπτωση επελεύσεως ενός ασφαλιστικού κινδύνου (το ύψος της απαλλαγής συμφωνείται κατά τη σύναψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου). Αυτό έχει ως συνέπεια τη μείωση του κόστους ασφάλισης για τον πελάτη, εφόσον η ευθύνη της εταιρείας περιορίζεται αναλόγως με το ύψος της απαλλαγής.

Απόρριψη ασφάλισης:

Η άρνηση του ασφαλιστή ή αντασφαλιστή να προσφέρει ασφαλιστική κάλυψη.

Αποκομιδή συντριμμάτων:

Πρόκειται για τα έκτακτα έξοδα που θα γίνουν με έγκριση της εταιρίας για την κατεδάφιση ερειπίων και την απομάκρυνση των συντριμμάτων ασφαλισμένων αντικειμένων (κτίρια, μηχανήματα και λοιπά αντικείμενα) που επλήγησαν ή καταστράφηκαν συνεπεία ενός ή περισσοτέρων από τους ασφαλιστικούς κινδύνους με σκοπό την αποκατάσταση της ζημίας που επήλθε.

Απόθεμα:

Είναι το χρηματικό εκείνο ποσό που αποταμιεύει μια ασφαλιστική εταιρεία, ώστε να είναι σε θέση να πληρώσει απαιτήσεις για εκκρεμείς ζημιές, που δεν έχει οριστεί το ύψος της αποζημίωσης και των παρελκόμενων εξόδων τους, είτε λόγω αντιδικίας είτε λόγω πολυπλοκότητας του ασφαλισμένου κινδύνου.

Αστική Ευθύνη:

Καλύπτει την ευθύνη του ασφαλισμένου για τυχαίο σωματικό τραυματισμό ή υλική ζημιά σε περιουσία τρίτων.

Ασφάλιση εμπιστοσύνης:

Το είδος της ασφάλισης που σκοπό έχει να προσφέρει προστασία στις επιχειρήσεις από ζημιές προερχόμενες από άτιμες πράξεις του προσωπικού της.

Ασφάλιση σε αξία καινούργιου:

Αναφέρετε στην κάλυψη που προβλέπει ότι εάν τα ασφαλιζόμενα αντικείμενα καταστραφούν ή πληγούν συνεπεία επελεύσεως καλυπτομένου κινδύνου, η αποζημίωση θα υπολογισθεί στην βάση της κατά την στιγμή της ζημίας δαπάνης αποκαταστάσεως ή αντικαταστάσεως τούτων ως καινούργιων, στον τόπο της ζημίας.

Ασφάλισμα:

Η υποχρέωση (παροχή) της εταιρείας, που προκύπτει από επέλευση ασφαλιστικού κινδύνου και συνίσταται είτε σε χρήμα είτε σε αυτούσια αποκατάσταση της ζημιάς, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Ασφαλισμένος (μπορεί να είναι και ο δικαιούχος του ασφαλίσματος):

Το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), το οποίο απειλείται από ασφαλισμένο κίνδυνο και υπέρ του οποίου παρέχεται η ασφαλιστική κάλυψη. Ο ασφαλισμένος έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον λήπτη της ασφάλισης, εφόσον έχει λάβει γνώση της σύμβασης και έχει τη δυνατότητα να τις εκπληρώσει.

Ασφαλιστήριο:

Το έγγραφο, το οποίο αποδεικνύει την ασφαλιστική σύμβαση και φέρει την υπογραφή τουλάχιστον του εκπροσώπου της εταιρείας και αποτελείται, ισοδύναμα, από έντυπο ή δακτυλογραφημένο ή χειρόγραφο κείμενο είτε το κείμενο αυτό είναι αρχικό είτε μεταγενέστερο (π.χ. τροποποίηση, ή ανανέωση ή παράταση, εκδιδομένης σχετικής προσθέτου πράξεως) το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού. Το έγγραφο διέπεται από τους όρους του ασφαλιστηρίου, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα αυτού και παραδίδονται στον ασφαλισμένο ή λήπτη της ασφάλισης μαζί με το ασφαλιστήριο.

Ασφαλισμένο αντικείμενο:

Το αντικείμενο του ασφαλιστικού συμφέροντος το οποίο περιγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο

Ασφάλιστρα:

Είναι η συνηθισμένη περιοδική πληρωμή του αντιτίμου για ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Ασφαλιστικός κίνδυνος:

Η δυνατότητα επέλευσης περιστατικού (ζημιογόνου γεγονότος) που περιλαμβάνεται στο ασφαλιστήριο.

Ασφαλιστικό ποσό (όριο ευθύνης):

Το χρηματικό ποσό, μέχρι του οποίου (ως ανώτατο όριο) συμφωνείται με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, να ευθύνεται η εταιρεία, συνολικά ή κατά αντικείμενο ή κατά περίπτωση του ασφαλιστικού συμφέροντος.

Ασφαλιστικός Πράκτορας:

Θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πού έχει ως αρμοδιότητα την διαμεσολάβηση μεταξύ του ασφαλιζόμενου και της ασφαλιστικής εταιρείας με σκοπό αφενός να προωθήσει τα προϊόντα των εταιρειών (με τις οποίες συνεργάζεται) και αφετέρου να προσφέρει στον πελάτη τη βέλτιστη ασφαλιστική λύση με βάση τις ανάγκες του.

Ασφαλιστικό συμφέρον:

Η οικονομική σχέση που συνδέει τον ασφαλισμένο ή λήπτη της ασφάλισης με το ασφαλισμένο αντικείμενο και η οποία προσδιορίζει την έκταση του ασφαλίσματος που μπορεί να δικαιούται να εισπράξει για λογαριασμό δικό του ή για τους δικαιούχους του ασφαλίσματος.

Ατύχημα:

Κάθε τυχαίο και απρόβλεπτο συμβάν πού προκαλεί βλάβη ή ζημιά.

Αυτανάφλεξη:

Είναι η χωρίς την επίδραση εξωτερικής ενεργειακής πηγής, δημιουργία εστίας πυρκαγιάς ενός υλικού σε επαφή με το ατμοσφαιρικό οξυγόνο.

Β

Βάρος της Απόδειξης:

Σε περίπτωση επελεύσεως ενός ασφαλιζόμενου κινδύνου για τον οποίο υποβάλλεται μια αξίωση για αποζημίωση, ο ασφαλιζόμενος έχει την συμβατική υποχρέωση να προσκομίσει στην ασφαλιστική εταιρία όλα τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες, τα οποία αποδεικνύουν τη ζημιά και δικαιολογούν την αξίωση για αποζημίωση.

Γ

Γενικές Ασφαλίσεις:

Όλα τα είδη ασφαλίσεων εκτός από εκείνα του Κλάδου Ζωής. Ενδεικτικά αναφέρουμε, ασφαλίσεις Περιουσίας, Αυτοκινήτου, Αστικής Ευθύνης, Μεταφερομένων Εμπορευμάτων κλπ.

Γενικές Εξαιρέσεις:

Αναφέρεται στις περιπτώσεις ζημιών που προέκυψαν άμεσα ή έμμεσα από κάποιο, με τη συγκυρία κάποιου και σαν συνέπεια κάποιου γεγονότος που δεν καλύπτονται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Γενική Αβαρία:

Είναι η ζημιά που προκύπτει από την εκούσια καταστροφή, σε κατάσταση αμέσου κινδύνου, οποιουδήποτε μέρους ενός πλοίου ή του φορτίου του με σκοπό τη διάσωση του πλοίου και του εναπομένοντος φορτίου.

Δ

Διαιτησία:

Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς το ποσό του ασφαλίσματος, λόγω επελεύσεως ενός ασφαλιζομένου κινδύνου που η εταιρεία αναγνωρίζει την ύπαρξη ευθύνης για καταβολή αποζημίωσης, τότε η διαφωνία υποβάλλεται στην κρίση και απόφαση ενός διαιτητού, που διορίζεται γραπτώς από τα διαφωνούντα μέρη.

Διάρρηξη σωληνώσεων:

Αναφέρεται στην ασφαλιστική κάλυψη που παρέχει προστασία από την διάρρηξη ή υπερχείλιση δεξαμενών ύδατος, σωληνώσεων και των εν γένει εγκαταστάσεων υδρεύσεως, κεντρικής θερμάνσεως ή κλιματισμού.

Διαρροή από Σπρίνκλερς (Springlers):

Είναι η κάλυψη που προστατεύει τον Ασφαλισμένο ή Λήπτη της Ασφάλισης για ζημιά στα ασφαλισμένα αντικείμενα,αμέσως προερχόμενη από διαρροή ή διαφυγή νερού από την εγκατάσταση αυτομάτων πυροσβεστήρων (σπρίνκλερς) ευρισκομένων στο ακίνητο.

Δικαιούχος του ασφαλίσματος (μπορεί να είναι ο ασφαλισμένος):

Το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) το οποίο δικαιούται του εν μέρει ή συνολικού ασφαλισμένου ποσού, σε περίπτωση που επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος.

Δικαίωμα εναντίωσης:

Είναι το δικαίωμα που έχει ο λήπτης της ασφάλισης να εναντιωθεί στην ασφαλιστική σύμβαση σε περίπτωση που αυτή παρεκκλίνει της αιτήσεως ασφάλισης που είχε υποβάλλει.

Δικαίωμα Συμβολαίου:

Μια επιβάρυνση από έναν ασφαλιστή για την έκδοση ενός συμβολαίου σε διάκριση με το ασφάλιστρο.

Δικαίωμα Υπαναχώρησης:

Ο πελάτης σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την παραλαβή του συμβολαίου του έχει το δικαίωμα υπαναχώρησης για οποιονδήποτε λόγο (π.χ. γιατί άλλαξε γνώμη).

Ε

Εξαιρέσεις:

Είναι εκείνος ο όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σύμφωνα με τον οποίο η εταιρία δεν ευθύνεται για ορισμένες περιπτώσεις ζημιών πού είτε εξαιρούνται από το νόμο, είτε από το λεκτικό του συμβολαίου.

Έκρηξη:

Θεωρείται η αιφνίδια έκλυση ενέργειας, που συμβαίνει κατά την απότομη εκτόνωση αερίων ή ατμών. Επίσης, έκρηξη σε δοχεία πιέσεως θεωρείται όταν διαρραγεί το τοίχωμα τους και δημιουργηθεί απότομη εξίσωση των διαφορετικών πιέσεων εντός και εκτός αυτών.

Εκχώρηση:

Η μεταφορά τμήματος του πρωτασφαλιστικού κινδύνου σε μία αντασφαλιστική σύμβαση με σκοπό το διαμοιρασμό της έκθεσης της ασφαλιστικής εταιρείας.

Έναρξη Συμβολαίου:

Η ημερομηνία κατά την οποία το συμβόλαιο τίθεται σε ισχύ.

Έντυπο αιτήσεως ασφάλισης:

Είναι το έντυπο που πρέπει να συμπληρωθεί από όποιον αναζητά ασφαλιστική προστασία και περιλαμβάνει βασικά στοιχεία απαραίτητα για την ασφαλιστική εταιρεία ώστε να εκτιμήσει και να αποφασίσει κατά πόσο είναι σε θέση να προσφέρει την απαιτούμενη ασφαλιστική κάλυψη.

Εξοχική κατοικία:

Ως εξοχική κατοικία νοείται η κατοικία που δεν κατοικείται για διάστημα μεγαλύτερο των 45 ημερών σε ένα ημερολογιακό έτος.

Επασφάλιστρο:

Είναι το επιπλέον ασφάλιστρο που καλείται να καταβάλλει ο ασφαλισμένος λόγω ειδικών παραμέτρων που επηρεάζουν την ασφάλιση του. Για παράδειγμα στις ασφαλίσεις πυρός μπορεί να προκύψει επασφάλιστρο λόγω ειδικής κατασκευής ενός ακινήτου ή στις ασφαλίσεις υγείας λόγω του βεβαρημένου ιατρικού ιστορικού.

Επέτειος:

Η ημέρα κατά την οποία συμπληρώνονται ένα ή περισσότερα χρόνια από την ημερομηνία έναρξης του συμβολαίου.

Έτος ατυχήματος:

Το λογιστικό ή ημερολογιακό έτος κατά το οποίο έλαβε χώρα ένας καλυπτόμενος κίνδυνος.

Ζ

Ζημιά (Ασφαλιστική):

Η απρόβλεπτη και ξαφνική υλική περιουσιακή ζημιά που επέρχεται εξαιτίας επελεύσεως ασφαλιστικού κινδύνου που οφείλεται σε τυχαίο, βίαιο, και ανεξάρτητο της θέλησης του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφάλισης γεγονός, καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, και έχει ως συνέπεια τη μείωση της αξίας των ασφαλισμένων αντικειμένων.

Η

Ηγέτιδα εταιρία:

Πρόκειται για την ασφαλιστική εταιρία που είναι υπεύθυνη για να διαμορφώνει τους όρους ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου που ο κίνδυνος έχει μοιραστεί σε περισσότερες από μία ασφαλιστικές εταιρίες (επομένως και τα ασφάλιστρα) και γενικώς έχει την πρωτογενή αρμοδιότητα για να χειρίζεται οποιαδήποτε ζημιά προκύπτει από το εν λόγω συμβόλαιο. (βλέπε συνασφάλιση).

Ημερομηνία ενάρξεως:

Αναφέρεται στην ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Θ

Θύελλα-καταιγίδα:

Υφίσταται όταν επικρατούν άνεμοι 8 Μποφόρ και άνω σύμφωνα με το δελτίο της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας.

Ι

Ισολογισμός:

Είναι ο λογιστικός πίνακας που παρουσιάζει τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις και τις απαιτήσεις ενός οργανισμού, μιας εταιρίας κ.λπ., σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο (συνήθως ο ισολογισμός είναι εξάμηνος ή ετήσιος), για ενιαίο νόμισμα και εμφανίζει το ενεργητικό (έσοδα) και το παθητικό (έξοδα) του εκάστοτε οργανισμού ή εταιρίας.

Κ

Καθαρό Ασφάλιστρο:

Ένα υποθετικό ασφάλιστρο το οποίο χρησιμοποιείται κατά την αποτίμηση των μαθηματικών/αναλογιστικών αποθεμάτων, και υπολογίζεται με βάση μόνο τους συντελεστές θνησιμότητας, ούτος ώστε να καλυφθεί ο κίνδυνος χωρίς, δηλαδή, να ληφθούν υπόψη τα έξοδα παραγωγής, χρήσης, συμμετοχής στα κέρδη, κ.λ.π.

Κακόβουλες ενέργειες:

Κακόβουλες ενέργειες σημαίνει ηθελημένες πράξεις οποιουδήποτε προσώπου που διαπράττονται είτε κατά τη διάρκεια διατάραξης της Δημοσίας τάξης εν γένει, στάσεων, απεργιών, οχλαγωγιών, πολιτικών ταραχών, είτε μεμονωμένα, με σκοπό το βανδαλισμό ή τη δολιοφθορά, χωρίς όμως να περιλαμβάνουν οποιαδήποτε πράξη τρομοκρατίας.

Κάλυψη:

Συνώνυμο της ασφάλισης. Περιγράφει την έκταση μιας ασφάλισης (π.χ. η κάλυψη περιλαμβάνει Κλοπή).

Καπνός:

Είναι η ασφαλιστική κάλυψη που παρέχει προστασία στο ασφαλισμένο αντικείμενο από άμεση επίδραση καπνού, που θα διαφύγει αιφνιδιαστικά και αντικανονικά από εγκαταστάσεις θερμάνσεως, ξηράνσεως ή εστιάσεις, οι οποίες ευρίσκονται εντός των ασφαλιζομένων εγκαταστάσεων.

Κατά παντός κινδύνου (All risks Policy):

Αναφέρεται στην ασφάλιση περιουσίας που καλύπτει πάσης φύσεως απώλεια ή ζημιά από ατύχημα που δεν εξαιρείται σε κάποιο άλλο τμήμα του εγγράφου της ασφάλισης.

Κεραυνός:

Η ασφαλιστική κάλυψη που προσφέρει προστασία από την ακαριαία και ισχυρή ηλεκτρική εκκένωση ανάμεσα σε σύννεφο και έδαφος.

Κλοπή:

Η ασφαλιστική κάλυψη που προσφέρει προστασία για την αφαίρεση των ασφαλισμένων αντικειμένων μετά από διάρρηξη (παραβίαση με βίαια και δυναμικά μέσα).

Λ

Λήξη Συμβολαίου:

Η συγκεκριμένη ημερομηνία που λήγει ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Λήπτης της ασφάλισης ( ή Συμβαλλόμενος) :

Το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) με το οποίο η εταιρία κατάρτισε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Το πρόσωπο αυτό μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση για λογαριασμό δικό του ή τρίτου. Το λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση εκτός από εκείνες πού από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο.

Μ

Μεσίτης ασφαλίσεως (Insurance Broker):

Ο ασφαλειομεσίτης είναι εκείνος που συνεργάζεται με διάφορες ασφαλιστικές εταιρίες, με σκοπό την εξασφάλιση των καλύτερων όρων για τον πελάτη του, αναφορικά με την τιμή και την ποιότητα κάλυψης.

Μεσιτική αμοιβή (προμήθεια) :

Είναι η προμήθεια που λαμβάνει (από την ασφαλιστική εταιρεία) ο ασφαλειομεσίτης για την τοποθέτηση ενός ασφαλιστικού κινδύνου και συνεπώς τη σύναψη ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου με μια συγκεκριμένη εταιρία.

Ο

Οδική βοήθεια:

Η αποστολή συνεργάτη στον τόπο του ατυχήματος για την υποβολή ‘δήλωσης ατυχήματος’ και την βοήθεια συμπλήρωσης του εντύπου του φιλικού διακανονισμού. Επίσης, για να φωτογραφήσει το ασφαλισμένο όχημα και τα τυχών εμπλεκόμενα στο ατύχημα οχήματα τρίτων έτσι ώστε οι ζημιές που προκλήθηκαν από το ατύχημα να είναι εμφανείς για τη σύνταξη πραγματογνωμοσύνης. Τέλος, ο συνεργάτης φροντίζει σε περίπτωση ακινητοποιήσεως του ασφαλισμένου οχήματος συνεπεία του ατυχήματος να το μεταφέρει στον πλησιέστερο ή καταλληλότερο τόπο για την επισκευή του ή στον τόπο επιλογής του ασφαλισμένου.

Π

Παράνομη οργάνωση:

Σημαίνει οποιαδήποτε οργάνωση η οποία εμπλέκεται ή ασχολείται με τρομοκρατία, αναρχικές δραστηριότητες ή αυτοαποκαλείται ως τέτοια.

Πυρκαγιά:

Αναφέρεται στην κάλυψη που προσφέρει προστασία από πυρκαγιά δηλαδή τη φωτιά, η οποία προκλήθηκε χωρίς να προϋπάρχει συγκεκριμένη εστία, ή η οποία έχει εγκαταλείψει την εστία της και επεκτείνεται εξ ιδίας δυνάμεως.

Πυρκαγιά από δάσος:

Αναφέρεται στην κάλυψη πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε σε δασώδεις ή θαμνώδεις εκτάσεις, λόχμες, λειμώνες, συστάδες δένδρων ή θάμνων ή και συνεπεία εκχερσώσεως του εδάφους δια πυρός .

Πλημμύρα:

Αναφέρεται στην κάλυψη που παρέχει προστασία από κατακλυσμό από θαλάσσια ύδατα, την λόγω φυσικών αιτίων υπερχείλιση ή παρέκκλιση από τα συνήθη κανάλια απορροής των φυσικών ή τεχνητών υδατορευμάτων, την διάρρηξη ή υπερχείλιση του δημοσίου δικτύου παροχής νερού και την οιανδήποτε άλλη εισροή ή συσσώρευση υδάτων προερχόμενων από χώρους εκτός των ασφαλισμένων κτιρίων ή κτιρίων που περιέχουν τα ασφαλισμένα αντικείμενα

Πραγματογνώμονας:

Το άτομο που καλείται να ερευνήσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα ένας ασφαλιζόμενος κίνδυνος (που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο) και υποβάλλει μία έκθεση πραγματογνωμοσύνης στην εταιρεία, για να καθοριστεί το ύψος του ασφαλιζόμενου ποσού που πρέπει να καταβληθεί στον ασφαλισμένο, ώστε να κλείσει η απαίτηση.

Πρόσθετη πράξη:

Είναι το έγγραφο που εκδίδεται μεταγενέστερα από την έναρξη της ασφαλιστικής σύμβασης και αποδεικνύει μία ή περισσότερες αλλαγές που έγιναν στους όρους ασφάλισης που διέπουν ένα συμβόλαιο.

Ρ

Ρύποι και μολυσματικές ουσίες:

Σαν μολυσματικές ή ρυπαντικές ουσίες εννοούνται οποιεσδήποτε ουσίες οι οποίες μετά την διαφυγή τους απειλούν ή προσβάλλουν την ανθρώπινη υγεία ή την καλή φυσική κατάσταση ή μπορούν να προκαλέσουν ή απειλούν να προκαλέσουν ζημιά ή μείωση εμπορικότητας ή απώλεια χρήσης στα ασφαλισμένα αντικείμενα με το παρόν αντικείμενα συμπεριλαμβανομένων, και όχι μόνο, των βακτηριδίων, μυκήτων, ιών ή επικίνδυνων ουσιών.

Σ

Στάση, απεργία, οχλαγωγία, διαδηλώσεις, πολιτικές ταραχές:

Αναφέρεται σε πράξεις προσώπου το οποίο έλαβε μέρος μαζί με άλλους σε διατάραξη της δημόσιας τάξης ή πράξεις νόμιμα εγκατεστημένης αρχής με σκοπό την καταστολή ή την πρόληψη της διατάραξης ή την μείωση των συνεπειών της, ή ηθελημένη πράξη απεργού ή ανταπεργήσαντος εργοδότη που έγινε για την υποστήριξη απεργίας ή για αντίσταση εναντίον ανταπεργήσαντος εργοδότη.

Συνασφάλιση:

Αναφέρεται στις περιπτώσεις που δύο ή περισσότερες ασφαλιστικές εταιρείες ασφαλίζουν ένα αντικείμενο για τον ίδιο κίνδυνο, αναλογικά με το μέρος της αξίας που έχει συμφωνηθεί στη σύμβαση τους.

Τ

Τρομοκρατία ή Τρομοκρατικές ενέργειες:

Σημαίνει ενέργειες μεμονωμένων ή οργανωμένων ομάδων ατόμων με ή χωρίς χρήση βίας ή δύναμης για πολιτικούς ή κοινωνικούς ή ιδεολογικούς ή θρησκευτικούς ή εθνικιστικούς λόγους, που σκοπό έχει τον εκφοβισμό του κοινού ή συγκεκριμένων προσώπων ή τον επηρεασμό νόμιμης ή ντε φάκτο Αρχής, με τον όρο ότι οι ενέργειες αυτές δεν έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια πολέμου, εμφυλίου πολέμου, επαναστάσεως, πολιτικών ταραχών, στάσεων, οχλαγωγιών, απεργιών ή κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε διατάραξης της δημόσιας τάξης

Υ

Υπασφάλιση:

Υπασφάλιση υπάρχει, όταν το καλυπτόμενο ασφαλιστικό ποσό ή ασφαλιζόμενο κεφάλαιο είναι μικρότερο από την ασφαλιστική αξία του ασφαλιζομένου αντικειμένου, με αποτέλεσμα σε περίπτωση επελεύσεως ενός καλυπτόμενου κινδύνου το ύψος της αποζημίωσης να υπολογίζετε με βάση την χαμηλότερη αυτή αξία.

Χ

Χαριστική πληρωμή:

Η αποζημίωση που πληρώνει ο ασφαλιστής στον ασφαλιζόμενο χαριστικά, σε περιπτώσεις επελεύσεως ενός ασφαλιστικού κινδύνου που δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με σκοπό την διατήρηση της καλής φήμης της επιχείρησης.